“Δημιουργία υπό Όρους”: Η αληθινή πρόκληση για τα νέα ταλέντα στην ελληνική μόδα.
*Γράφει η Άννα Κιουμουρτζή.
Φανταστείτε το εξής: ένα 22χρονο creative άτομο, γεμάτο όνειρα και φιλοδοξίες, κρατά ένα portfolio γεμάτο τολμηρές ιδέες και είναι έτοιμο να κατακτήσει τον λαμπερό, δημιουργικό κόσμο της ελληνικής μόδας. Οραματίζεται να στυλιζάρει εντυπωσιακά editorials για glossy περιοδικά, να φωτογραφίζει καμπάνιες νέων, δυναμικών brands ή να δει τις δικές του δημιουργίες στις βιτρίνες του Κολωνακίου. Αυτό το άτομο μπορεί να έχει επενδύσει χρόνια σε σπουδές μόδας, έχοντας περάσει από αμειβόμενες ή – συχνότερα – απλήρωτες πρακτικές. Κάποιοι άλλοι σαν κι αυτό μπορεί να είναι αυτοδίδακτοι, έχοντας αφιερώσει αμέτρητες ώρες στη δημιουργία, το networking και τη συνεχή προσπάθεια να μπουν στο κάδρο της βιομηχανίας.
Η πορεία, όμως, δεν είναι ποτέ τόσο γραμμική όσο φαίνεται. Μερικούς μήνες αργότερα, αυτό το άτομο έχει συναντήσει δεκάδες κλειστές πόρτες. Έχει στείλει αμέτρητα emails, έχει προτείνει ιδέες, έχει συμμετάσχει σε “open calls” που υπόσχονταν υποστήριξη νέων ταλέντων, αλλά συναντά σιωπή ή, στη χειρότερη περίπτωση, ευγενικές απορρίψεις που οδηγούν στο κενό. Εν τω μεταξύ, τα social media και τα reality shows όπως πολλά που παίζονται στην Ελληνική τηλεόραση, παρουσιάζουν μια άλλη πραγματικότητα: αυτήν της εύκολης επιτυχίας. Δείχνουν νέους δημιουργούς που φτάνουν στην κορυφή μέσα σε μια νύχτα. Όμως, για εκείνους που χτίζουν μεθοδικά την τέχνη τους, η πραγματικότητα απέχει πολύ από τη φαντασίωση.
Παρά τη λαμπερή της εικόνα και το θέλγητρο της, η ελληνική μόδα είναι γεμάτη αντιφάσεις. Στην επιφάνεια μοιάζει ζωντανή και ανοιχτή, γεμάτη από creative collectives, ανερχόμενα brands και καμπάνιες που προωθούν την ατομικότητα. Ανεξάρτητοι designers, stylists, photographers και δημιουργικοί διευθυντές προβάλλουν τη δουλειά τους στο Instagram και τα δημιουργικά reality shows προσελκύουν τεράστιο κοινό. Όμως, κάτω από αυτή τη φαινομενική λάμψη, κρύβεται ένας χώρος που εξακολουθεί να διαμορφώνεται από την αποκλειστικότητα, τις ιεραρχίες και έναν άγραφο κώδικα που κρατά πολλά νέα ταλέντα απ’ έξω.
Και κάπου εδώ, έρχεται για να εντείνει το πρόβλημα, “ο ελέφαντας στο δωμάτιο”: η συστηματική αδιαφορία της χώρας για τον δημιουργικό τομέα. Ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα θα έπρεπε θεωρητικά να στηρίζει ενεργά τις δημιουργικές της βιομηχανίες. Σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία ή η Ολλανδία, ο κλάδος της μόδας απολαμβάνει χρηματοδοτικά προγράμματα, κρατικές πρωτοβουλίες και υποστήριξη για την προώθηση του ταλέντου. Στην Ελλάδα, όμως, τα πράγματα απέχουν κατά πολύ: με προγράμματα στήριξης ουσιαστικά ανύπαρκτα, οι ευκαιρίες πρακτικής συχνά καταλήγουν σε άμισθη εκμετάλλευση και η οικονομική βοήθεια περιορίζεται στο ελάχιστο. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί ταλαντούχοι νέοι στρέφουν το βλέμμα τους στο Παρίσι, το Μιλάνο ή το Βερολίνο, όπου οι συνθήκες είναι πιο υποστηρικτικές.
Αυτή η έλλειψη κρατικής μέριμνας δεν είναι απλώς μια αδυναμία ενός συστήματος· είναι ο καταλύτης που εντείνει και βαθαίνει το πρόβλημα. Όταν οι πόροι είναι περιορισμένοι και οι ευκαιρίες λιγοστές, δημιουργείται ένα περιβάλλον που βασίζεται όχι στη συνεργασία, αλλά στον ατομικισμό. Στον αγώνα για μια θέση στον ήλιο, η βιομηχανία μοιάζει να λειτουργεί σαν ένα άτυπο παιχνίδι επιβίωσης, όπου οι “κλίκες” και τα εσωτερικά δίκτυα καθορίζουν ποιος θα προχωρήσει και ποιος θα μείνει πίσω.
Οι insiders – οι αρχισυντάκτες, οι δημιουργικοί διευθυντές, οι stylists, ακόμα και οι φωτογράφοι – είναι συχνά άνθρωποι που πάλεψαν σκληρά για να αποκτήσουν τη θέση τους. Γνώρισαν από πρώτο χέρι την απόρριψη, την εκμετάλλευση και το σύστημα που απαιτεί χρόνια unpaid labor πριν τους επιτραπεί να σταθούν σε έναν χώρο που, θεωρητικά, προωθεί τη δημιουργικότητα. Όμως, μόλις αποκτήσουν status, το “παιχνίδι” αλλάζει. Αντί να ρίξουν τα τείχη που τους εμπόδιζαν, συχνά συμβάλλουν στη διατήρηση τους. Αυτό δεν είναι απαραίτητα από κακεντρέχεια – πολλές φορές πηγάζει από την ανασφάλεια και την ανάγκη να προστατέψουν τη δική τους θέση σε μια βιομηχανία που παραμένει εύθραυστη. Όμως, αυτή η νοοτροπία διαιωνίζει ένα σύστημα ελιτισμού και νεποτισμού, όπου η πρόσβαση είναι προνόμιο που παρέχεται μόνο σε εκείνους με τις “σωστές” γνωριμίες ή το σωστό κοινωνικό υπόβαθρο.
Το αποτέλεσμα; Ένα τοπίο που περισσότερο θυμίζει ιδιωτική λέσχη παρά έναν ανοιχτό χώρο δημιουργίας. Οι ίδιοι άνθρωποι συνεργάζονται ξανά και ξανά, οι ίδιες ιδέες ανακυκλώνονται, και η αληθινή καινοτομία παραγκωνίζεται υπέρ της ασφάλειας και της οικειότητας. Όσοι βρίσκονται “απ’ έξω” – χωρίς διασυνδέσεις, χωρίς “βύσμα” – συχνά αισθάνονται ότι χτυπούν σε έναν αόρατο τοίχο, ανεξάρτητα από το ταλέντο ή την προσπάθεια τους.
Αυτή η έντονα κλειστή δομή δεν επηρεάζει μόνο τα νέα ταλέντα· πλήττει και τη συνολική εξέλιξη της βιομηχανίας. Όταν η δημιουργία περιορίζεται στα ίδια κυκλώματα, η ελληνική μόδα χάνει την ευκαιρία να εξελιχθεί, να γίνει πιο τολμηρή και ανταγωνιστική σε διεθνές επίπεδο. Είναι μια αλυσίδα που μας κρατά όλους πίσω – όχι μόνο τους outsiders, αλλά και το ίδιο το σύστημα.
Αντί, λοιπόν, να είναι μια σκηνή όπου η δημιουργικότητα ανθίζει και οι νέες φωνές βρίσκουν χώρο να ακουστούν, η ελληνική μόδα καταλήγει να θυμίζει περισσότερο ένα στημένο παιχνίδι, όπου οι κανόνες έχουν ήδη γραφτεί – και δεν αλλάζουν εύκολα. Με την σειρά τους τα social media, αντί να προσφέρουν διέξοδο, προσθέτουν, σε ειρωνία, ακόμη ένα στρώμα δυσκολίας. Πλατφόρμες όπως το Instagram προωθούν μια κουλτούρα επιφανειακού branding: δεν αρκεί να είσαι εξαιρετικός στο craft σου – πρέπει να παρουσιάζεις τον εαυτό σου ως “τέλειο προϊόν” κάτι που τις περισσότερες φορές δεν συνάδει με ττην ιδιότητα των creatives. Ξαφνικά ο προσωπικός σου λογαριασμός πρέπει να μοιάζει με καλοστημένο portfolio, μια αψεγάδιαστη βιτρίνα που δεν αφήνει χώρο για λάθη, πειραματισμούς ή αυθεντικότητα.
Η περίφημη “διαφορετικότητα” που διαφημίζεται τόσο έντονα παραμένει μια διακοσμητική πινελιά. Οι καμπάνιες ενδέχεται να προωθούν την ατομικότητα, αλλά συχνά μέσα από στενά όρια. Δημιουργοί που αμφισβητούν τις συμβατικές αισθητικές αξίες ή μοντέλα που δεν πληρούν τα παραδοσιακά standards σπανίζουν. Αλλά και όταν προσπαθούν συνήθως υποσκάπτωνται ή και τοποθεντούνται σε ένα “underground” περιθώριο. Με ατάκες του τύπου: “Πολύ niche”, “Είναι μόνο για το εξωτερικό” και άλλες θεωρίες που οριοθετούν τον χώρο της μόδας στην Ελλάδα σε έναν ατέρμονο κύκλο τοξικότητας.
Κι όμως, παρά τα προβλήματα, υπάρχει ελπίδα. Οι νέοι δημιουργοί στην Ελλάδα ξεπερνούν τα όρια, επαναπροσδιορίζοντας την ταυτότητα της βιομηχανίας μέσα από φρέσκες ιδέες και δυναμικές συνεργασίες. Η αλλαγή, όμως, δεν θα έρθει από μόνη της. Χρειάζεται συλλογικότητα, πραγματική υποστήριξη και κρατικές πρωτοβουλίες.
Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει: Θα συνεχίσουμε να τροφοδοτούμε έναν κύκλο αποκλειστικότητας, αρνούμενοι να κοιτάξουμε το πρόβλημα ή θα σπάσουμε τα στεγανά ; Το μέλλον της ελληνικής μόδας εξαρτάται από τις επιλογές του σήμερα – και από τις φωνές που επιμένουν να ακούγονται. Η ελληνική μόδα μπορεί να αλλάξει – Αν οι δημιουργοί τολμήσουν να σπάσουν τα όρια.

